'θέλῃ

ἐθέλῃ , ἐθέλω
to be willing
pres subj mp 2nd sg
ἐθέλῃ , ἐθέλω
to be willing
pres ind mp 2nd sg
ἐθέλῃ , ἐθέλω
to be willing
pres subj act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θέλῃ — ἐθέλω to be willing pres subj mp 2nd sg ἐθέλω to be willing pres ind mp 2nd sg ἐθέλω to be willing pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέληι — θέλῃ , ἐθέλω to be willing pres subj mp 2nd sg θέλῃ , ἐθέλω to be willing pres ind mp 2nd sg θέλῃ , ἐθέλω to be willing pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Eólico (dialecto) — Saltar a navegación, búsqueda Distribución de los dialectos griegos hacia el 400 a. C. 1 a 4: Eólico. 1: Eolia. 2: Lesbos. 3: Tesalia. 4: Beocia. El eólico es un dialecto del griego clásico que se hablaba en la costa de Asia …   Wikipedia Español

  • АМНИСТИЯ —     I.    • Abolitio,          см. Judicia В., 17 слл., Судопроизводство.     II.    • Άμνηστία,          позднейшее название для политической меры, состоявшей в том, что после государственных переворотов, соединявшихся обыкновенно с большими… …   Реальный словарь классических древностей

  • GALEUS — Graece γαλεὸς, piscis genus in varias species divisum, e quibus galeum alopeciam, qui Rhodi optimus, pro acipenser e accepit Archestratus apud Athen. l. 7. p. 286. pinguem canem eum Syracusanis dici, addens: Ε᾿ν δὲ Ρ῾όδῳ γαλεὸν τὸν ἀλώπεκα κἂν… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PARASITI — apud Athenienses iidem, qui apud Romanos Epulones fuêre Nam τὸ τοῦ παρασίτου ὅνομα, Athenaeus l. 6. πάλας̔ ἦν σεμνὸν καὶ ἱερὸν, Nomen Parasiti olim venerabile erat et Sacrum, Habebant autem quilibet populi seu Δῆμοι Reip. Atheniensis suos… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • εάν — (AM ἐάν Α και ἄν; ἤν) υποθετικός σύνδεσμος που συντάσσεται με υποτακτική για να δηλωθεί το προσδοκώμενο ή αόριστη χωρίς στενό χρονικό καθορισμό επανάληψη νεοελλ. 1. χρησιμοποιείται ως τύπος εντονότερος τού αν 2. εισάγει πλάγιες ερωτηματικές… …   Dictionary of Greek

  • εθελημός — ἐθελημός, όν (Α) εκούσιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. (ε)θελη ([ε]θελήσω, ηθέλησα)] …   Dictionary of Greek

  • συγκαταθετικός — ή, ό / συγκαταθετικός, ή, όν, ΝΑ [συγκατατίθημι] 1. αυτός που συγκατατίθεται, που αποδέχεται, που επιδοκιμάζει («οὔπω δὲ συγκαταθετικὸς [ὁ νοῡς] τῶν ἀεὶ γινομένων, ἐὰν μὴ θέλῃ ὁ ἄνθρωπος», Επιφάν.) 2. καταφατικός, βεβαιωτικός. επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • συντεχνία — Εμπορική και βιοτεχνική ένωση του Μεσαίωνα, στην οποία ανήκαν όλοι όσοι ασκούσαν την ίδια οικονομική δραστηριότητα, με σκοπό την προάσπιση κοινών συμφερόντων. Οι σ. υπήρξαν ιδιαίτερα πολυάριθμες και ανθηρές μεταξύ 12ου και 14ου αι. Οι ρίζες των σ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.